“Για την εναλλαχτική προοδευτική λύση“
Ριζοσπάστης 9-11-1990
της Αλέκας Παπαρήγα
Οι κομμουνιστές, οι αριστεροί, οι άνθρωποι του προοδευτικού χώρου προβληματίζονται για την αντιπολιτευτική δράση του Συνασπισμού, για την ικανότητα και την πειστικότητα του αντιπολιτευτικού του λόγου και έργου απέναντι στην πολιτική της ΝΔ.
Η διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης εναλλακτικής προοδευτικής πρότασης, συνολικής, κατά θέμα ή πρόβλημα συνδέεται με τις επεξεργασίες που πρέπει να προχωρήσουν και να εμβαθύνουν, με επαναδιατυπώσεις, ριζικότερες διορθώσεις.
Μήπως όμως πέρα από τα ανοιχτά για επεξεργασία ή διορθώσεις θέματα και προτάσεις υπάρχει ανάγκη να αντιμετωπισθούν και άλλες πλευρές του προβλήματος, όπως η λογική, ο χαρακτήρας, οι στόχοι αυτής της εναλλακτικής πρότασης. Ποιο θα είναι το κριτήριο ή τα κριτήρια που θα κάνουν την πρόταση αυτή ελκυστική και αξιόπιστη πριν από όλα ανάμεσα στους εργαζόμενους που δέχονται τα πλήγματα της νεοσυντηρητικής πολιτικής; Ποια είναι τα στοιχεία εκείνα που θα προσδόσουν ριζοσπαστισμό στην εναλλακτική προοδευτική λύση; Δεν αρκεί
ο ελκυστικός λόγος, η αντικατάσταση της «ξύλινης» με την «πλαστική» γλώσσα, πριν απ’ όλα υπάρχουν ζητήματα ουσίας που πρέπει να συζητηθούν, να ερευνηθούν και στη συνέχεια να διατυπωθούν με ευκρινή τρόπο.
Το πρόβλημα της επεξεργασίας εναλλακτικής πρότασης δεν είναι ελληνικό, αλλά ευρωπαϊκό, διεθνές.Στην κυριακάτικη Αυγή 4/11 δημοσιεύθηκε ένα ενδιαφέρον κείμενο -απόσπασμα από “την εισαγωγή του βιβλίου «Η πολιτική του θατσερισμού» των Marti Jacques και Stuart Hall. Εκεί αναφέρεται χαρακτηριστικά η εκτίμηση ότι «το εκπληκτικό επίτευγμα του θατσερισμού στη διαχείριση του καπιταλισμού είναι η αποδιοργάνωση της αντιπολίτευσης. Αποδυνάμωσε τους αμυντικούς μηχανισμούς του εργατικού κινήματος, εκμεταλλεύτηκε την
αντιδημοκρατικότητα των εργατικών συνδικάτων και συγκρούσθηκε με τα ισχυρότερα κέντρα αντίστασης. Με την απειλή της ανεργίας εξανάγκασε τους εργαζόμενους να δεχτούν το «ρεαλισμό» των χαμηλών ημερομισθίων και των επιδομάτων ανεργίας». … Παρακάτω τονίζεται ότι «στις περιπτώσεις οπου η δέσμευση για “πρόνοια” αποτυγχάνει να αναδιανείμει τον πλούτο -ή να μεταβάλει τους πραγματικούς συσχετισμούς, η επιστροφή στον ατομικισμό και στην ανταγωνιστικότητα καταλήγει να είναι “κοινή λογική”… ο ατομικισμός και οι
“ελευθερίες” μπορεί να φαντάζουν ελκυστικά».
Εννοείται ότι το κίνημα στην Ελλάδα, η Αριστερά, είναι σε ευνοϊκότερη θέση από αυτή που βρίσκεται η κατακερματισμένη Αριστερά στη Μεγάλη Βρετανία, που ευθύνεται σημαντικά για τη διαλυτική κατάσταση του συνδικαλιστικού κινήματος. Οι συνθήκες και τα προβλήματα είναι αρκετά διαφορετικά, ωστόσο δεν πρέπει να υποτιμήσουμε τους . κινδύνους που προειδοποιούν και κύρια την διαπίστωση που γίνεται στο κείμενο που προαναφέραμε ότι «η δύναμη του θατσερισμού αντανακλά την αδυναμία του εργατικού κινήματος, η αδυναμία όμως του θατσερισμού μπορεί να είναι και η δύναμη του εργατικού κινήματος».
Η εναλλακτική προοδευτική λύση δεν περιορίζεται στην αντιμετώπιση του κυβερνητικού προβλήματος, δεν ταυτίζεται αποκλειστικά με κυβερνητική λύση. Πρωτίστως στη συγκεκριμένη στιγμή είναι αναγκαίο να τροφοδοτεί και να τροφοδοτείται από τους στόχους, τις εμπειρίες των κοινωνικών κινημάτων.
Κατά τη γνώμη μου, στη διαδικασία διαμόρφωσης της εναλλακτικής πρέπει να συζητηθεί το εξής πρόβλημα που παίρνει τη μορφή επείγοντος ερωτήματος. Πώς θα γίνουμε ικανοί να αντιμετωπίζουμε, θεωρητικά και πρακτικά, μια αντίφαση που εμφανίζεται σήμερα: άμεσα, πιεστικά προβλήματα των εργαζομένων που άλλοτε μπορούσαν να λύνονται κάτω από την επίδραση των αγώνων, σήμερα να εξαρτώνται πιο στενά από συνολικότερες λύσεις, από την αντιμετώπιση του γενικότερου αναπτυξιακού προβλήματος της χώρας;
Τα περιθώρια, δηλαδή, κλασικών — έστω μερικών, προσωρινών, κατακτήσεων, έχουν σε σύγκριση με το παρελθόν στενέψει, με αποτέλεσμα να καλλιεργείται απαισιοδοξία για την έκβαση των αγώνων, ανεξάρτητα σε μερικές περιπτώσεις από τη μαζικότητα, τη μαχητικότητα ή το δυναμισμό των μορφών πάλης. Προκύπτει ανάγκη μιας πιο ουσιαστικής συζήτησης γύρω από το περιεχόμενο του όρου ρεαλιστική εναλλακτική πρόταση, είτε αφορά τη συνολική πολιτική, είτε επιμέρους τομείς, θέματα, πλευρές προβλημάτων.
Η ΝΔ επιχειρεί μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα να αντιμετωπίσει υπαρκτά προβλήματα, όπως π.χ. είναι το πλεονασματικό προσωπικό (συνέπεια του τρόπου ανάπτυξης, της παραγωγικής υποβάθμισης, της πολιτικής προσλήψεων κλπ.), τα ελλείμματα, τη φοροδιαφυγή (εξαιτίας του άδικου φορολογικού συστήματος και της παραοικονομίας), τις συνέπειες από τους αναχρονισμούς στην οργάνωση, διεύθυνση της παραγωγικής διαδικασίας, των υπηρεσιών κ.ά. Προωθεί την πρόταση της με τη βοήθεια της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας που διαθέτει και
την ενεργητική υποστήριξη του μεγάλου κεφαλαίου, ιδιαίτερα του πολυεθνικού μονοπωλιακού. Προωθεί την πολιτική της στηριγμένη και στην ισχυρή επιρροή των νεοσυντηρητικών ιδεών στο κοινωνικό σώμα. Δίχως την ενίσχυση των νεοσυντηρητικών αντιλήψεων δεν γινόταν εφικτό η ΝΔ να ανακτήσει τόσο μέρος της επιρροής της, όσο της χρειαζόταν, «ελέω» και του εκλογικού νόμου προκειμένου να σχηματίσει κυβέρνηση. Ο Συνασπισμός υποχρεώνεται να αντιτάξει τη δική του πρόταση, όχι μόνο στο Κοινοβούλιο, αλλά και προς την κοινωνία
επιδιώκοντας να συμβάλει στην ανάπτυξη των κοινωνικών αγώνων, αλλά και στην ανασύνταξη, αναπροσανατολισμό και σύγκλιση των δυνάμεων του προοδευτικού χώρου. Αναζητείται μια αντιπρόταση του Συνασπισμού αξιόπιστη, ώστε να ασκεί κινητοποιητική και συ-σπειρωτική επίδραση, να αναπτερώνει ελπίδες.
* * *
Η αξιοπιστία της πρότασης του Συνασπισμού εξαρτάται, κατά τη γνώμη μου, και από ορισμένους παράγοντες:
Πρώτο: , Από τους αποδέκτες της και τη διαδικασία διαμόρφωσης της. Είναι φανερό ότι απευθύνεται και προς τις προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις και προς τους εργαζόμενους και τα κοινωνικά κινήματα. Ταυτόχρονα, χωρίς αντιπαραθέσεις και μηχανιστικούς διαχωρισμούς μεταξύ τους. Το μεγάλο θέμα είναι, όμως, ποιος στη συγκεκριμένη φάση που είμαστε, θεωρείται ο ευνοούμενος, κατά κάποιο τρόπο, πρωταγωνιστής του πολυπρόσωπου και πολυεπίπεδου «διαλόγου», για σύγκλιση και δράση, η κοινωνικοπολιτική «βάση» ή η «κορυφή»; Η απάντηση είναι και οι δυο, «βάση και κορυφή», αφού η πρόταση πρέπει να απευθύνεται ταυτόχρονα στις κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις.Όμως πρέπει να εξασφαλιστεί η κοινωνική και πολιτική «βάση» να παρέμβει στη διαμόρφωση των όρων της σύγκλισης, να σηματοδοτήσει έγκαιρα και με τη δική της πείρα το βάθος και την προοπτική της.
Δεύτερο: Από το ρεαλιστικό της χαρακτήρα. Η εναλλακτική προοδευτική λύση, βάσει της οποίας διεξάγεται ο αντιπολιτευτικός αγώνας, πρέπει να διαποτίζεται από το στοιχείο της επίγνωσης της πραγματικότητας, των πολιτικών συσχετισμών, της στάθμης του λαϊκού κινήματος, του βαθμού ωρίμανσης των διαφόρων αιτημάτων.Φιλοδοξεί, επιδιώκει να υποχρεώνει την κυβέρνηση κάτω από την ανάπτυξη της πάλης σε υποχωρήσεις και παραχωρήσεις έστω και προσωρινές.
Ο Συνασπισμός έχει επιδείξει τέτοιο πνεύμα ρεαλισμού, αίσθηση της πραγματικότητας, μακριά από την αντίληψη «ή όλα ή τίποτα». Για την Αριστερά, το ΚΚΕ ειδικότερα, ο ρεαλισμός στην πολιτική και στην κοινωνική δράση, δεν είναι στατικός, απόλυτος. Πρέπει να περιέχει και μια «δόση» μη άμεσα ρεαλιστικών αιτημάτων, επιχειρημάτων. Να διαποτίζεται και από μια αντιπολιτευτική διάθεση που υπερβαίνει τη διαμορφωμένη σήμερα πολιτική πραγματικότητα και το δοσμένο συσχετισμό δυνάμεων, ώστε να πείθει σαν λόγος και δράση για την ανάγκη αλλαγης των συσχετισμών, ανακατατάξεων στο κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Ο σύγχρονος αντιπολιτευτικός λόγος που συνδέεται στενά με την εναλλακτική προοδευτική πρόταση πρέπει να ωθεί στην υπέρβαση της κατάστασης, να αναδείχνει στόχους προοπτικής, να μην περιχαρακώνει στο «σήμερα», να αναδείχνει την αναγκαιότητα και ρεαλιστικότητα μιας νέας αναπτυξιακής πορείας του τόπου. Αυτό δεν σημαίνει διάθεση μαξιμαλι-σμού, αιτημάτων και προτάσεων, όσο προβολή της γενικότερης λογικής και των προϋποθέσεων, με τρόπο
κατανοητό.
Αν στο όνομα ενός κακώς εννοούμενου ρεαλισμού, μιας «κοινής λογικής», υποβαθμιστεί η προσπάθεια προβολής της συνολικής αναπτυξιακής αντίληψης, τότε είναι σίγουρο ότι ρεαλιστική πρόταση θα προβάλει αυτή της ΝΔ ή άλλων δυνάμεων στο βαθμό που κινούνται σε μια ανάλογη ή εφαπτόμενη λογική.
Τρίτο: Ανάδειξη ορισμένων προβλημάτων «κρίκων» που ασκούν σημαντική επίδραση στις επιμέρους και άμεσες λύσεις που διεκδικούνται σήμερα στους κοινωνικούς αγώνες.
Κεντρικό πρόβλημα σήμερα αποτελούν οι εκτεταμένες ιδιωτικοποιήσεις και εξαγορές, σε συνδυασμό με τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα που ταχύτατα αποκτά η συνασπισμένη ευρωπαϊκή – ΕΟΚική ολιγαρχία στη χώρα μας σε βάρος της ανάπτυξης και του προοδευτικού εκσυγχρονισμού. Δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη μια τάση άμβλυνσης της αντίστασης και αντίθεσης στα παραπάνω φαινόμενα. Οπωσδήποτε επέδρασαν και επιδρούν αρνητικά οι συνέπειες από την αποτυχία των εκτεταμένων κρατικοποιήσεων στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες και
στη Σοβιετική Ενωση, η γενικευμένη συκοφάντηση κάθε άποψης ή πρότασης που αναφέρεται στην κρατική ιδιοκτησία, την κρατική ρύθμιση και παρέμβαση. Το «ιδιωτικό» τείνει σήμερα να ταυτιστεί με το «ρεαλιστικό», «αποδοτικό», «επιχειρηματικό», να γίνει δηλαδή «κοινή λογική». Η διεκδίκηση διαφάνειας στη διαδικασία ιδιωτικοποιήσεων και εξαγορών, είναι μια πλευρά, το συνολικό όμως αίτημα, η λογική που πρέπει να καλλιεργηθεί, είναι η υπεράσπιση και ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας σε συνθήκες, βέβαια, διεθνοποίησης και αλληλεξάρτησης, που προϋποθέτει και δεν απαγορεύει την ύπαρξη μιας αναγκαίας – σύγχρονης – εθνικής παραγωγικής βάσης στην Ελλάδα και ενός ορισμένου μεγέθους κρατικού τομέα με ποιοτικά κύρια κριτήρια δομημένου.
Ο εκσυγχρονισμός και η ανανέωση αιτημάτων, η επέκταση των εναλλακτικών λύσεων σε όλους τους τομείς της ζωής και όχι μόνο στο επίπεδο της ανακατανομής των εισοδημάτων, δεν πρέπει να οδηγεί στην υποβάθμιση ή στη σταδιακή εγκατάλειψη ορισμένων αιτημάτων που έχουν διαμορφώσει αγωνιστική λαϊκή συνείδηση και ταυτόχρονα διατηρούν και σήμερα μεγάλη επικαιρότητα. Χαρακτηριστικά, επιθετικής σημασίας αιτήματα αποτελούν η κατοχύρωση της γνήσιας ΑΤΑ και οι συλλογικές συμβάσεις, έστω και αν το περιεχόμενο τους είναι κατά
βάση αμυντικό. Αυτά τα κλασικά παραδοσιακά αιτήματα, χαρακτηριστικά για το συνδικαλιστικό κίνημα, εμπλουτισμένα με κοινωνικά και θεσμικά, αποκτούν μια ιδιαίτερη βαρύτητα απέναντι στις γενικότερες επιδιώξεις γενίκευσης της συντηρητικής αναδιάρθρωσης των εργασιακών σχέσεων. Αιτήματα που συνδέονται με τις ιδιωτικοποιήσεις και τις εργασιακές σχέσεις εξασφαλίζουν, όταν είναι σωστά επεξεργασμένα, την ενότητα ανάμεσα στα διάφορα τμήματα της εργατικής τάξης και των εργαζομένων, ανάμεσα στους ανειδίκευτους και
ειδικευμένους, τους εργαζόμενους και τους ανέργους, τις γυναίκες και τους άνδρες.
Η εναλλακτική πρόταση άρα και ο σύγχρονος αντιπολιτευτικός λόγος και πράξη, πρέπει να περιέχει σήμερα όχι μόνο το στοιχείο της αναγκαίας προσαρμογής με βάση τα δεδομένα και τους συσχετισμούς, αλλά να συνδυάζει ταυτόχρονα και το στοιχείο της άρνησης τους, της άρνησης προσαρμοστικότητας στη σημερινή τάξη πραγμάτων. Η εναλλακτική πρόταση πρέπει να περιβάλλεται και να διαποτίζεται από θεωρητικά και πολιτικά επιχειρήματα, παίρνοντας υπόψη ότι η νεοσυντηρητική πολιτική ιδεολογικοποιεί και πολιτικοποιεί όλες τις προτάσεις της και ιδιαίτερα τις οικονομικές της.
