περί αλλοτρίωσης : δοσολογία, μέτρα και αντενδείξεις

Ιανουαρίου 12, 2009

όταν η Αλέκα θύμιζε τον Αλέκο

Filed under: Uncategorized — katilinas @ 11:50 μμ

“Για την εναλλαχτική προοδευτική λύση

Ριζοσπάστης 9-11-1990

της Αλέκας Παπαρήγα

Οι κομμουνιστές, οι αριστεροί, οι άνθρω­ποι του προοδευτι­κού χώρου προβληματί­ζονται για την αντιπολι­τευτική δράση του Συνα­σπισμού, για την ικανότη­τα και την πειστικότητα του αντιπολιτευτικού του λόγου και έργου απέναντι στην πολιτική της ΝΔ.

Η διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης εναλλα­κτικής προοδευτικής πρότασης, συνολικής, κατά θέμα ή πρόβλημα συνδέεται με τις επεξερ­γασίες που πρέπει να προχωρήσουν και να εμ­βαθύνουν, με επαναδιατυπώσεις, ριζικότερες διορθώσεις.
Μήπως όμως πέρα από τα ανοιχτά για επεξεργα­σία ή διορθώσεις θέματα και προτάσεις υπάρχει ανάγκη να αντιμετωπι­σθούν και άλλες πλευρές του προβλήματος, όπως η λογική, ο χαρακτήρας, οι στόχοι αυτής της εναλ­λακτικής πρότασης. Ποιο θα είναι το κριτήριο ή τα κριτήρια που θα κάνουν την πρόταση αυτή ελκυ­στική και αξιόπιστη πριν από όλα ανάμεσα στους εργαζόμενους που δέχονται τα πλήγματα της νεοσυντηρητικής πολιτικής; Ποια είναι τα στοι­χεία εκείνα που θα προσδόσουν ριζοσπαστισμό στην εναλλακτική προο­δευτική λύση; Δεν αρκεί
ο ελκυστικός λόγος, η αντικατάσταση της «ξύλι­νης» με την «πλαστική» γλώσσα, πριν απ’ όλα υπάρχουν ζητήματα ου­σίας που πρέπει να συζη­τηθούν, να ερευνηθούν και στη συνέχεια να δια­τυπωθούν με ευκρινή τρόπο.
Το πρόβλημα της επε­ξεργασίας εναλλα­κτικής πρότασης δεν είναι ελληνικό, αλλά ευ­ρωπαϊκό, διεθνές.Στην κυριακάτικη Αυγή 4/11 δημοσιεύθηκε ένα ενδιαφέρον κείμενο -απόσπασμα από “την ει­σαγωγή του βιβλίου «Η πολιτική του θατσερισμού» των Marti Jacques και Stuart Hall. Εκεί ανα­φέρεται χαρακτηριστικά η εκτίμηση ότι «το εκπλη­κτικό επίτευγμα του θατσερισμού στη διαχείριση του καπιταλισμού είναι η αποδιοργάνωση της αντι­πολίτευσης. Αποδυνάμω­σε τους αμυντικούς μη­χανισμούς του εργατικού κινήματος, εκμεταλλεύ­τηκε την
αντιδημοκρατικότητα των εργατικών συνδικάτων και συγκρού­σθηκε με τα ισχυρότερα κέντρα αντίστασης. Με την απειλή της ανεργίας εξανάγκασε τους εργα­ζόμενους να δεχτούν το «ρεαλισμό» των χαμηλών ημερομισθίων και των επιδομάτων ανεργίας». … Παρακάτω τονίζεται ότι «στις περιπτώσεις οπου η δέσμευση για “πρόνοια” αποτυγχάνει να αναδιανείμει τον πλούτο -ή να μεταβάλει τους πραγμα­τικούς συσχετισμούς, η επιστροφή στον ατομικι­σμό και στην ανταγωνι­στικότητα καταλήγει να είναι “κοινή λογική”… ο ατομικισμός και οι
“ελευ­θερίες” μπορεί να φαντά­ζουν ελκυστικά».
Εννοείται ότι το κίνημα στην Ελλάδα, η Αριστερά, είναι σε ευνοϊκότερη θέ­ση από αυτή που βρίσκε­ται η κατακερματισμένη Αριστερά στη Μεγάλη Βρετανία, που ευθύνεται σημαντικά για τη διαλυτι­κή κατάσταση του συνδι­καλιστικού κινήματος. Οι συνθήκες και τα προβλή­ματα είναι αρκετά διαφο­ρετικά, ωστόσο δεν πρέ­πει να υποτιμήσουμε τους . κινδύνους που προειδοποιούν και κύρια την διαπίστωση που γίνε­ται στο κείμενο που προαναφέραμε ότι «η δύναμη του θατσερισμού αντανακλά την αδυναμία του εργατικού κινήματος, η αδυναμία όμως του θατσερισμού μπορεί να εί­ναι και η δύναμη του ερ­γατικού κινήματος».
Η εναλλακτική προο­δευτική λύση δεν περιο­ρίζεται στην αντιμετώπι­ση του κυβερνητικού προβλήματος, δεν ταυτί­ζεται αποκλειστικά με κυβερνητική λύση. Πρω­τίστως στη συγκεκριμένη στιγμή είναι αναγκαίο να τροφοδοτεί και να τρο­φοδοτείται από τους στό­χους, τις εμπειρίες των κοινωνικών κινημάτων.
Κατά τη γνώμη μου, στη διαδικασία διαμόρ­φωσης της εναλλακτικής πρέπει να συζητηθεί το εξής πρόβλημα που παίρ­νει τη μορφή επείγοντος ερωτήματος. Πώς θα γί­νουμε ικανοί να αντιμε­τωπίζουμε, θεωρητικά και πρακτικά, μια αντίφα­ση που εμφανίζεται σή­μερα: άμεσα, πιεστικά προβλήματα των εργαζο­μένων που άλλοτε μπο­ρούσαν να λύνονται κά­τω από την επίδραση των αγώνων, σήμερα να εξαρτώνται πιο στενά από συνολικότερες λύ­σεις, από την αντιμετώ­πιση του γενικότερου αναπτυξιακού προβλή­ματος της χώρας;

Τα περιθώρια, δηλαδή, κλασικών — έστω μερι­κών, προσωρινών, κατα­κτήσεων, έχουν σε σύγ­κριση με το παρελθόν στενέψει, με αποτέλε­σμα να καλλιεργείται απαισιοδοξία για την έκβαση των αγώνων, ανεξάρτητα σε μερικές περιπτώσεις από τη μαζι­κότητα, τη μαχητικότητα ή το δυναμισμό των μορ­φών πάλης. Προκύπτει ανάγκη μιας πιο ουσιαστι­κής συζήτησης γύρω από το περιεχόμενο του όρου ρεαλιστική εναλλακτική πρόταση, είτε αφορά τη συνολική πολιτική, είτε επιμέρους τομείς, θέμα­τα, πλευρές προβλημά­των.

Η ΝΔ επιχειρεί μέσα σε σύντομο χρονικό διάστη­μα να αντιμετωπίσει υπαρκτά προβλήματα, όπως π.χ. είναι το πλεο­νασματικό προσωπικό (συνέπεια του τρόπου ανάπτυξης, της παραγω­γικής υποβάθμισης, της πολιτικής προσλήψεων κλπ.), τα ελλείμματα, τη φοροδιαφυγή (εξαιτίας του άδικου φορολογικού συστήματος και της πα­ραοικονομίας), τις συνέ­πειες από τους αναχρονι­σμούς στην οργάνωση, διεύθυνση της παραγωγι­κής διαδικασίας, των υπηρεσιών κ.ά. Προωθεί την πρόταση της με τη βοήθεια της κοινοβου­λευτικής πλειοψηφίας που διαθέτει και
την ενεργητική υποστήριξη του μεγάλου κεφαλαίου, ιδιαίτερα του πολυεθνι­κού μονοπωλιακού. Προωθεί την πολιτική της στηριγμένη και στην ισχυ­ρή επιρροή των νεοσυντηρητικών ιδεών στο κοι­νωνικό σώμα. Δίχως την ενίσχυση των νεοσυντηρητικών αντιλήψεων δεν γινόταν εφικτό η ΝΔ να ανακτήσει τόσο μέρος της επιρροής της, όσο της χρειαζόταν, «ελέω» και του εκλογικού νόμου προκειμένου να σχηματί­σει κυβέρνηση. Ο Συνα­σπισμός υποχρεώνεται να αντιτάξει τη δική του πρόταση, όχι μόνο στο Κοινοβούλιο, αλλά και προς την κοινωνία
επι­διώκοντας να συμβάλει στην ανάπτυξη των κοι­νωνικών αγώνων, αλλά και στην ανασύνταξη, αναπροσανατολισμό και σύγκλιση των δυνάμεων του προοδευτικού χώρου. Αναζητείται μια αντιπρό­ταση του Συνασπισμού αξιόπιστη, ώστε να ασκεί κινητοποιητική και συ-σπειρωτική επίδραση, να αναπτερώνει ελπίδες.

* * *

Η αξιοπιστία της πρότασης του Συνασπισμού εξαρτάται, κα­τά τη γνώμη μου, και από ορισμένους παράγοντες:

Πρώτο: , Από τους αποδέκτες της και τη διαδικασία διαμόρφω­σης της. Είναι φανερό ότι απευθύνεται και προς τις προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις και προς τους εργαζόμενους και τα κοι­νωνικά κινήματα. Ταυτό­χρονα, χωρίς αντιπαρα­θέσεις και μηχανιστικούς διαχωρισμούς μεταξύ τους. Το μεγάλο θέμα εί­ναι, όμως, ποιος στη συγ­κεκριμένη φάση που εί­μαστε, θεωρείται ο ευ­νοούμενος, κατά κάποιο τρόπο, πρωταγωνιστής του πολυπρόσωπου και πολυεπίπεδου «διαλό­γου», για σύγκλιση και δράση, η κοινωνικοπολι­τική «βάση» ή η «κορυ­φή»; Η απάντηση είναι και οι δυο, «βάση και κο­ρυφή», αφού η πρόταση πρέπει να απευθύνεται ταυτόχρονα στις κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις.Όμως πρέπει να εξασφαλιστεί η κοινωνική και πολιτική «βάση» να παρέμβει στη διαμόρφω­ση των όρων της σύγκλι­σης, να σηματοδοτήσει έγκαιρα και με τη δική της πείρα το βάθος και την προοπτική της.

Δεύτερο: Από το ρεαλιστικό της χαρακτή­ρα. Η εναλλακτική προο­δευτική λύση, βάσει της οποίας διεξάγεται ο αντι­πολιτευτικός αγώνας, πρέπει να διαποτίζεται από το στοιχείο της επί­γνωσης της πραγματικό­τητας, των πολιτικών συ­σχετισμών, της στάθμης του λαϊκού κινήματος, του βαθμού ωρίμανσης των διαφόρων αιτημάτων.Φιλοδοξεί, επιδιώκει να υποχρεώνει την κυβέρνη­ση κάτω από την ανάπτυ­ξη της πάλης σε υποχω­ρήσεις και παραχωρήσεις έστω και προσωρινές.

Ο Συνασπισμός έχει επιδείξει τέτοιο πνεύμα ρεαλισμού, αίσθηση της πραγματικότητας, μακριά από την αντίληψη «ή όλα ή τίποτα». Για την Αριστερά, το ΚΚΕ ειδικότερα, ο ρεαλι­σμός στην πολιτική και στην κοινωνική δράση, δεν είναι στατικός, από­λυτος. Πρέπει να περιέ­χει και μια «δόση» μη άμεσα ρεαλιστικών αιτη­μάτων, επιχειρημάτων. Να διαποτίζεται και από μια αντιπολιτευτική διά­θεση που υπερβαίνει τη διαμορφωμένη σήμερα πολιτική πραγματικότητα και το δοσμένο συσχετι­σμό δυνάμεων, ώστε να πείθει σαν λόγος και δρά­ση για την ανάγκη αλλαγης των συσχετισμών, ανακατατάξεων στο κοι­νωνικό και πολιτικό επί­πεδο. Ο σύγχρονος αντιπολιτευτικός λόγος που συνδέεται στενά με την εναλλακτική προοδευτική πρόταση πρέπει να ωθεί στην υπέρβαση της κατά­στασης, να αναδείχνει στόχους προοπτικής, να μην περιχαρακώνει στο «σήμερα», να αναδείχνει την αναγκαιότητα και ρεαλιστικότητα μιας νέας αναπτυξιακής πορείας του τόπου. Αυτό δεν ση­μαίνει διάθεση μαξιμαλι-σμού, αιτημάτων και προ­τάσεων, όσο προβολή της γενικότερης λογικής και των προϋποθέσεων, με τρόπο
κατανοητό.

Αν στο όνομα ενός κα­κώς εννοούμενου ρεαλι­σμού, μιας «κοινής λογι­κής», υποβαθμιστεί η προσπάθεια προβολής της συνολικής αναπτυξια­κής αντίληψης, τότε είναι σίγουρο ότι ρεαλιστική πρόταση θα προβάλει αυτή της ΝΔ ή άλλων δυνά­μεων στο βαθμό που κι­νούνται σε μια ανάλογη ή εφαπτόμενη λογική.

Τρίτο: Ανάδειξη ορι­σμένων προβλημάτων «κρίκων» που ασκούν ση­μαντική επίδραση στις επιμέρους και άμεσες λύσεις που διεκδικούν­ται σήμερα στους κοινω­νικούς αγώνες.

Κεντρικό πρόβλημα σήμερα αποτελούν οι εκτεταμένες ιδιω­τικοποιήσεις και εξαγο­ρές, σε συνδυασμό με τα μεγαλύτερα πλεονεκτή­ματα που ταχύτατα απο­κτά η συνασπισμένη ευ­ρωπαϊκή – ΕΟΚική ολι­γαρχία στη χώρα μας σε βάρος της ανάπτυξης και του προοδευτικού εκσυγ­χρονισμού. Δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη μια τάση άμβλυνσης της αν­τίστασης και αντίθεσης στα παραπάνω φαινόμε­να. Οπωσδήποτε επέ­δρασαν και επιδρούν αρ­νητικά οι συνέπειες από την αποτυχία των εκτετα­μένων κρατικοποιήσεων στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες και
στη Σοβιετική Ενωση, η γενικευμένη συκοφάντηση κάθε άπο­ψης ή πρότασης που αναφέρεται στην κρατική ιδιοκτησία, την κρατική ρύθμιση και παρέμβαση. Το «ιδιωτικό» τείνει σήμε­ρα να ταυτιστεί με το «ρεαλιστικό», «αποδοτι­κό», «επιχειρηματικό», να γίνει δηλαδή «κοινή λογι­κή». Η διεκδίκηση διαφά­νειας στη διαδικασία ιδιωτικοποιήσεων και εξαγορών, είναι μια πλευρά, το συνολικό όμως αί­τημα, η λογική που πρέ­πει να καλλιεργηθεί, είναι η υπεράσπιση και ανά­πτυξη της εθνικής οικο­νομίας σε συνθήκες, βέ­βαια, διεθνοποίησης και αλληλεξάρτησης, που προϋποθέτει και δεν απαγορεύει την ύπαρξη μιας αναγκαίας – σύγχρο­νης – εθνικής παραγωγι­κής βάσης στην Ελλάδα και ενός ορισμένου μεγέ­θους κρατικού τομέα με ποιοτικά κύρια κριτήρια δομημένου.
Ο εκσυγχρονισμός και η ανανέωση αιτημάτων, η επέκταση των εναλλακτι­κών λύσεων σε όλους τους τομείς της ζωής και όχι μόνο στο επίπεδο της ανακατανομής των εισο­δημάτων, δεν πρέπει να οδηγεί στην υποβάθμιση ή στη σταδιακή εγκατά­λειψη ορισμένων αιτημά­των που έχουν διαμορ­φώσει αγωνιστική λαϊκή συνείδηση και ταυτόχρο­να διατηρούν και σήμερα μεγάλη επικαιρότητα. Χαρακτηριστικά, επιθετι­κής σημασίας αιτήματα αποτελούν η κατοχύρωση της γνήσιας ΑΤΑ και οι συλλογικές συμβάσεις, έστω και αν το περιεχόμενο τους είναι κατά
βά­ση αμυντικό. Αυτά τα κλασικά παραδοσιακά αι­τήματα, χαρακτηριστικά για το συνδικαλιστικό κί­νημα, εμπλουτισμένα με κοινωνικά και θεσμικά, αποκτούν μια ιδιαίτερη βαρύτητα απέναντι στις γενικότερες επιδιώξεις γενίκευσης της συντηρη­τικής αναδιάρθρωσης των εργασιακών σχέσεων. Αι­τήματα που συνδέονται με τις ιδιωτικοποιήσεις και τις εργασιακές σχέ­σεις εξασφαλίζουν, όταν είναι σωστά επεξεργα­σμένα, την ενότητα ανά­μεσα στα διάφορα τμή­ματα της εργατικής τάξης και των εργαζομένων, ανάμεσα στους ανειδί­κευτους και
ειδικευμέ­νους, τους εργαζόμενους και τους ανέργους, τις γυναίκες και τους άν­δρες.

Η εναλλακτική πρόταση άρα και ο σύγχρονος αν­τιπολιτευτικός λόγος και πράξη, πρέπει να περιέ­χει σήμερα όχι μόνο το στοιχείο της αναγκαίας προσαρμογής με βάση τα δεδομένα και τους συ­σχετισμούς, αλλά να συν­δυάζει ταυτόχρονα και το στοιχείο της άρνησης τους, της άρνησης προ­σαρμοστικότητας στη ση­μερινή τάξη πραγμάτων. Η εναλλακτική πρόταση πρέπει να περιβάλλεται και να διαποτίζεται από θεωρητικά και πολιτικά επιχειρήματα, παίρνοντας υπόψη ότι η νεοσυντηρητική πολιτική ιδεολογικοποιεί και πολιτικοποιεί όλες τις προτάσεις της και ιδιαίτερα τις οικονομι­κές της.

Γράψτε ένα σχόλιο »

Κανένα σχόλιο ακόμα.

Κανάλι RSS για τα σχόλια του άρθρου. TrackBack URI

Υποβολή σχολίου

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Αλλαγή )

Connecting to %s

Theme: Rubric. Blog στο WordPress.com.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.